Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Δυό λέξεις για τη μαφία- και για την αντιμαφία

α

Ενάντια στην παρασιώπηση, κάποτε επιρρεπές σε αντεκδικήσεις, στην γειτονική Ιταλία έχει ανδρωθεί την τελευταία δεκαπενταετία ένα κοινωνικό κίνημα που συμβατικά αποκαλείται antimafia. Ανάμεσα σε άλλες υλικές του κατακτήσεις, η πιο εναργής είναι η απαλλοτρίωση γαιών που ανήκαν σε μαφιόζους και η διανομή τους στις τοπικές κοινότητες, σε χωριά της Δυτικής Σικελίας[1].

Για την οικονομία του χώρου στο παρόν κείμενο, θα χρησιμοποιηθεί η έννοια «μαφία» ως αφαίρεση επιμέρους στρατηγικών αλλά και τοπικών επιτελέσεων που διαφέρουν σε κάθε cosca (διευρυμένη οικογένεια) και clan (φατρία). Επιλέγεται ο όρος «μαφία» εδώ ως ταυτόσημος με πολιτικές της Κόζα Νόστρα και «μαφίες» όταν υποννοείται αναφορά σε όλες τις οργανώσεις τέτοιου τύπου με βάση την Ιταλία. Με ανθρωπολογικούς όρους, είναι αλήθεια, η μαφία ως γενική δομή είναι προβληματικό αναλυτικό εργαλείο. Στην πραγματικότητα, η μαφία «είναι» ένα πολύπλοκο, πολύμορφο φαινόμενο ριζωμένο σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού, με μιας μορφής συνενοχή του πολιτικού κόσμου και σαφώς σε συνεχή διαντίδραση με την οικονομική ζωή της κοινότητας που το γεννά. Η μαφία είναι οργανωμένο έγκλημα με το ειδικό βάρος ενός βαθμού κοινωνικής συναίνεσης. Είναι ένα φαινόμενο πολιτισμικά ενημερωμένο, έντονα διαταξικό και με παρουσία σε όλες τις διαστάσεις της συλλογικής οργάνωσης (με επιρροή για παράδειγμα σε εκλογικά σώματα, ποδοσφαιρικές κερκίδες, εκκλησιάσματα) ή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας (με εποπτεία στην στρατηγική των τραπεζών, του ελεύθερου ανταγωνισμού, της επενδυτικότητας). Το δυστέκμαρτο της μαφίας έχει να κάνει με την έντονη διεισδυτικότητα που έχει σε άτομα και θεσμούς πέρα από τον στενό, μετρήσιμό της κύκλο μελών[2].

Επιστρέφοντας στην αντιμάφια –αν ορίσουμε σύνολο το κίνημα με έναν όρο- θα την ορίζαμε ως ένα ιθαγενές κοινωνικό κίνημα που υπερασπίζει και επιβάλλει τα ‘αυτονόητα’ –τουτέστιν την αστική νομοθεσία που οι αντιπρόσωποι του λαού έχουν ψηφίσει μέσω των θεσμών που το πολιτικό σώμα επιλέγει. Παρόμοιες εμπειρίες κινημάτων όχι αμφισβήτησης αλλά στήριξης της θεσμισμένης έννομης τάξης- έχουν υπάρξει και στην χώρα μας: για παράδειγμα το ιστορικό 1-1-4 και η φερώνυμη ‘γενιά’- ένα λαϊκό κίνημα που κατάφερε να συντείνει στις συνιστώσες του στοιχεία που υποτίθεται πως συνασπίζουν τις διάφορες και διαφορετικές δημόσιες γνώμες.

Παραμερίζοντας την όποια αντίρρηση μπορεί μια ανάλυση τύπου Carl Schmitt να εγείρει όσον αφορά την συνάφεια ενός συνόλου θετών κανόνων δικαίου με μια κοινωνική πραγματικότητα ομόφωνης παραδοχής της αξίας των, μπορούμε ενδεχομένως να αναγνωρίσουμε στην θεσμισμένη συνταγματική τάξη μιας δημοκρατικής κοινωνίας έναν σπουδαίο βαθμό πολιτικής σύγκλισης μεταξύ διάφορων τάσεων. Ο -έστω υποκριτικός- σεβασμός για παράδειγμα του δικαιώματος στη ζωή δεν μπορεί να λείπει από κανένα πολιτικό πρόγραμμα, οσοδήποτε ακραίο.

Κι όμως στον ευρωπαϊκό χώρο υφίστανται ακόμη ομαδώσεις των οποίων η οικονομική δράση δεν αμφισβητεί απλά την νομιμότητα αλλά την αντικαθιστά με ένα οιονεί ολοκληρωμένο σύστημα αξιών που επιβάλλεται σε πολίτες που κατά τα άλλα εκφράζουν συμπόρευση με τις συνταγματικές αρχές. Το δίκτυο δράσης των εν λόγω παράνομων ομάδων, που διαθέτει έναν υπέρτατο νόμο που τις ενώνει –την Σιωπή- οργανώνει μεθόδους κοινωνικού ελέγχου του πολιτικού και οικονομικού χώρου κατά το δοκούν. Δημιουργεί έτσι ένα μικροσύστημα που επιβιώνει στους κόλπους του νόμιμου συστήματος –αυτού που εδράζεται στη λαϊκή κυριαρχία- το οποίο δρα εντός κι εκτός, εναντίον και παράλληλα, ακόμη κι αντικαθιστώντας το κράτος δικαίου. Οι μαφίες αμφισβητούν σύνολη τη νομιμότητα ή την κάμπτουν προς ίδιον όφελος- δεν έχουν τίποτα το ανατρεπτικό.


β

Έχει ειπωθεί ότι το κίνημα ενάντια στις μαφίες στον ιταλικό χώρο μπορεί να είναι απλά μια προσπάθεια σύστασης μιας αστικής κοινωνίας πολιτών κατά τα πρότυπα του Βορρά. Ιστορικά, η νοητή διττή σύσταση της Ιταλίας οφείλει την παραδοξότητά της εν πολλοίς στην διακριτή ιστορική διαδικασία προς την εθνική ολοκλήρωση που είχαν ο Βορράς και ο Νότος. Πρόκειται για μια διαδικασία που πολλοί από τους πληροφορητές μου στην Σικελία αναγνωρίζουν ως καταστατικά προβληματική για τον τόπο τους.

Συγκεκριμένα, στις βόρειες επαρχίες της χώρας και ήδη από τον ύστερο Μεσαίωνα κυριάρχησε ένα πολιτειακό status που θυμίζει ένα οιονεί αρχαιοελληνικό σύστημα κυριαρχίας. Έτσι, οι πόλεις στην Τοσκάνη ή στην Λομβαρδία αναπτύσσονταν οικονομικά μέσα στα κλειστά στους ξένους τείχη τους κι επεκτεινόμενες σε γειτονικές κτήσεις για περαιτέρω εισροή κεφαλαίου πάντα στο αστικό κέντρο. Πρόκειται για μια πολυαίωνη παράδοση, που με την εξαίρεση του γύρω από την Ρώμη παπικού κράτους, καθιέρωσε μια διάθεση βίωσης του πολιτικού εαυτού πρώτον στο πολύ τοπικό επίπεδο της πόλης-πατρίδας και, μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση, περαιτέρω σε έναν πιο γενικό χαρακτήρα συνομοσπονδιών και συμμαχιών. Η πόλη-κράτος με την ταχεία της κι ευέλικτη ανάπτυξη είδε όχι μόνο άνθιση της πολιτικής σκέψης καθαυτήν (αρκεί να δει κανείς την Φλωρεντία του Μακιαβέλλι και πριν από αυτόν για να πειστεί) αλλά και της πολιτειακής συνείδησης και συμμετοχής[3]. Η αστική αυτή εγγύτητα με την εξουσία μαζί με την συνεταιριστική ανάπτυξη μιας διακομιστικής και χρηματιστικής οικονομίας –οι πρώτες τρέπεζες του κόσμου κάνουν την εμφάνισή τους στην Τοσκάνη τον 13ο αιώνα- και την παράδοση συνδιαχείρησης της πολιτικής εξουσίας –σε πόλεις σαν την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας ήδη από τον 10ο αιώνα- οδήγησε σε βαθιά πολιτική ωριμότητα που πολλές πόλεις του Βορρά απολαμβάνουν μέχρι σήμερα. Η παρουσία αστικών κέντρων όπως η Πάδουα, η Μπολόνια και το Τορίνο στους εργατικούς και φοιτητικούς αγώνες στις τελευταίες δεκαετίες είχε πανευρωπαϊκό αντίκτυπο[4].

Αντίθετα, ο ‘φτωχός’ Νότος, τουτέστιν η ζώνη εκείνη νοτιότερα της Ρώμης ή έστω από την Καμπάνια και κάτω, με μέγεθος όσο η Ελλάδα και διπλάσιο πληθυσμό, παρέμεινε για αιώνες και μέχρι το 1860 έρμαιο δυνάμεων αυτοκρατορικού χαρακτήρα με κέντρα πάντα εκτός της Ιταλιώτικης χερσονήσου. Η Νάπολη –τρίτο σε μέγεθος αστικό κέντρο της Ευρώπης στις αρχές του 19ου αιώνα, δείγμα συγκεντρωτισμού- παρέμεινε υπό ‘ξένη’, απολυταρχική κυριαρχία για περισσότερα χρόνια από την Αθήνα. Η διαφορά εξάλλου έχει κυρίως να κάνει με το σύστημα έγγειου ελέγχου: στην ελληνική περίπτωση, η μικρή ιδιοκτησία ήταν κυρίαρχη πραγματικότητα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η τελευταία πολιτική δύναμη παρούσα στη Νότια Ιταλία ήταν η Βουρβωνική δυναστεία μεικτής ισπανικής (Αραγωνία) και αυστριακής ‘εθνικότητας’[5]. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική οργάνωση της βουρβωνικής αυτοκρατορίας, όπως και των καθεστώτων που προηγήθηκαν αυτής εμπέδωσαν έναν απολυταρχικό τρόπο διοίκησης κι ένα φεουδαλικό σύστημα οργάνωσης της οικονομίας που –και από αυτό το σημείο ίσως εκκινά η ακτίνα του φαύλου κύκλου της μαφιόζικης οικονομίας- δεν θα διαλυθεί ούτε μετά την Ιταλική ενοποίηση και το έθνος-κράτος που γνωρίζουμε σήμερα περίπου. Μέχρι και το 1950, το φεουδαλικό σύστημα διοίκησης της αγρο-κεντρικής οικονομίας είναι κυρίαρχο. Ο Νότος παραμένει έτσι και στις επόμενες δεκαετίες ο μεγάλος ασθενής: αργόσυρτος, σχεδόν “εξωιστορικός”, παρακολουθεί εξελίξεις και παρασύρεται από αυτές χωρίς να τις διαμορφώνει: και το δέσιμό του στο άρμα της πολιτικής αντίδρασης, μέσω και της μαφίας, συντείνει στον περιορισμό των κινηματικών διαδικασιών.

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, από το παράθυρο βλέπω τους λόφους του Altobelice, στην ενδοχώρα του Παλέρμο: ανάμεσα στα ατέλειωτα εκτάρια γης, χάσκουν ακόμη τα απομεινάρια της φεουδαρχίας, στην μορφή των masserie, των φοβερών κτισμάτων που, σε γήινα χρώματα, καδράρονται με τα αμπέλια και τα χωράφια. Ήταν μέχρι δύο γενιές πριν οι μόνιμοι αγροκοιτώνες των παροίκων που δούλευαν μπιστικοί στο φέουδο κάποιου ευγενή που έμενε στο Παλέρμο, έχοντας αφήσει την διαχείριση της γής του στον τοποτηρητή του, τοπικό μεσάζοντα...


γ
Η ανισομερής ανάπτυξη της συμμετοχής στην πολιτική ζωή στην ιταλική κοινωνία αντανακλά αυτόν ακριβώς τον διαχωρισμό που προηγήθηκε της Ενοποίησης. Στα κενά της επιχειρηματικής δραστηριότητας μεταξύ του φεουδαλικού και του καπιταλιστικού τρόπου ανάπτυξης και παράλληλα μεταξύ του συγκεντρωτικού αστικού κράτους με τις αστικές του ελευθερίες και της αυτοκρατορικής διοίκησης με την τοποτηρητικού χαρακτήρα περιφερειακή διοίκηση, άνθισε η δραστηριότητα των gabellotti (μεσαζόντων- αυτών που μεσολαβούσαν μεταξύ της πανίσχυρης αριστοκρατικής τάξης, και των ακτημόνων, καρπούμενοι την γαιοπροσόδο). Από την άτυπη αυτή παρασιτική «μεσαία τάξη» θα ξεπηδήσει η λογική της μεσολάβησης, της οπλοχρησίας, της ‘τιμής’, της ‘προστασίας’- όλων εκείνων των δομών που θα μεταλάξουν αυτή την οιονεί-τάξη στην ιστορική Μαφία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες αναφορές σε μία παράλληλη, άνομη οικονομία γίνονται πάντα στην ίδια περίοδο, αυτή του Risorgimento και του περάσματος στην μοντερνικότητα σύνολης της ιταλιώτικης χερσονήσου, πάντα με δύο ταχύτητες[6]. Οι gabellotti με την δράση τους δημιούργησαν μετά από γενιές μια «δομημένη δομή που γεννά δομούσα δομή»- αυτό που ο Bourdieu αποκαλεί habitus: ένα σύστημα κοινωνικού ελέγχου τόσο ενσωματωμένο στην κοινωνική λειτουργικότητα που έγινε αδιόρατο από όσους μετέχουν σε αυτή.

Βέβαια ο κλασσικός μύθος που από την εποχή του Hess[7] συνοδεύει το μαφιόζικο φαινόμενο θέλει την εγκληματικότητα αυτού του είδους να εξαρτάται και να καθορίζεται από συνθήκες υπανάπτυξης. Στην πραγματικότητα οι μαφίες χρώνται των ευκαιριών που προσφέρει τόσο η ανέχεια όσο και η πλησμονή- καλύτερα: βρίσκονται στις ιδανικές συνθήκες όταν εκμεταλλεύονται ένα δυσλειτουργικό μοντέλο ανάπτυξης. Έτσι, ‘ο Ιταλικός νότος δεν υπήρξε ποτέ φτωχός σε πηγές- είναι ακριβώς ο έλεγχος επί των πηγών που καθιστά την οικονομική πραγματικότητα ασταθή και εύθραυστη, εύκολο θύμα της επιχειρηματικότητας των μαφιών’[8], όπως δεικνύει πχ η αντιμετώπιση των σεισμών στην Καμπάνια στις αρχές του ’80 με την αυθαίρετη ανοικοδόμηση από τις εταιρείες των φατριών σε μοτίβα στεγαστικού χάους.

Στο διεθνοποιημένο επίπεδο ανάλυσης, αυτό το μοντέλο ανισομερούς ανάπτυξης σημαίνει την παρασιτική παρείσφρυση της μαφιακής επιχειρηματικότητας στις συρραφές μεταξύ του Αναπτυσσόμενου κόσμου και του Μεταβιομηχανικού: για παράδειγμα, η ναπολιτάνικη καμόρρα [camorra] πρωτοστατεί στην εξαγωγή επικίνδυνων και τοξικών απορριμάτων από την Ευρώπη σε χώρες όπως η Σομαλία, ενώ η ‘ντράνγκετα [‘ndrangheta] της Καλαβρίας εκμεταλλεύεται την ακόμα ακαθόριστη νομοθεσία περί συντελεστή δόμησης στις παρευξείνιες χώρες, οικοδομώντας μαζικά τουριστικά μεγαθήρια στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.



δ
Η μαφία είναι ίσως λοιπόν το κατ’εξοχήν οικονομικό φαινόμενο πολλαπλής παρουσίας στον κοινωνικό χώρο και παράλληλης δραστηριότητας στην πολιτική σκηνή. Είναι μια par excellence ιστορική δυναμική τόσο όσον αφορά το πεδίο απόσπασης κεφαλαίου όσο και αυτό της επένδυσής του, με την έννοια της συνεχούς υπέρβασης στεγανών στην εξέλιξη της δραστηριότητάς της.

Έτσι, απαιτούνται συνθετικές αναγνώσεις, στην παράδοση του Πολάνυι[9], και αναφορές σε επάλληλα θεωρητικά πεδία για την εντόπισή της στον κοινωνικό χώρο (ας μην ξεχνάμε ότι η καταστατική πράξη σύστασής της είναι… η ηθελημένη απουσία αναφοράς σε αυτήν από τα κοινωνικά υποκείμενα) και την ανάλυση της δύναμης και δυναμικής της.

Σε σχέση με το Κράτος, η οργανωμένη εγκληματικότητα λαμβάνει εν ανάγκει την μορφή του αντικρατικού αγώνα, ή καλύτερα της πάλης για την διάρρηξη της νομικής ομαλότητας και της έννομης τάξης. Το αντι-Κράτος της μαφίας συνίσταται όχι στην ιδεολογική επίθεση στην καπιταλιστική ανάπτυξη αλλά στην πρόταση συγκεκριμένων πολιτικών που καθιστούν οργανική την θέση της ίδιας στον δημόσιο χώρο. Για την μαφία το κράτος δεν προσωποποείται, αλλά ούτε λογίζεται στην εγελιανή του αφαίρεση. Αντιθέτως, γίνεται προσπάθεια αποσύνδεσης της προσωπικότητας από το λειτούργημα που φέρει. Άρα στην μαφιόζικη ανθρωποκτονία δεν εξοντώνεται το πρόσωπο συγκεκριμένα, αλλά το πολιτικό δυναμικό που το θύμα φέρει- εκείνη η σύμπτωση προσωπικών δυνατοτήτων και επαγγελματικότητας που μετουσιωμένα πχ στον κοινωνικό ρόλο του εισαγγελέα, καθιστούν τον συγκεκριμένο λειτουργό της δικαιοσύνης επισφαλή για τα οφέλη της οργάνωσης. Εξ άλλου, δεν στοχεύει η εν λόγω βία στον θώκο καθ’εαυτόν∙ στην πραγματικότητα η ύπαρξη της εισαγγελίας ως θεσμού δεν ανησυχεί την οργάνωση, που σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να έχει την ισχύ για την συνολική του αποσάρθρωση. Ένα χτύπημα «στην καρδιά του Κράτους»[10] δεν έχει νόημα για τον μαφιόζο- είναι το αποτελεσματικό κράτος που εχθρεύεται, ένας μηχανισμός που βρίσκεται στην υπηρεσία της αστικής και ποινικής νομιμότητας με διάθεση όχι παρηγορητική αλλά εισχώρησης στην γεννεσιουργό αιτία της μαφιόζικης επιτυχίας. Ο νομικός ανδριάντας που ο Φαλκόνε[11] άφησε πίσω και ο βασικός λόγος της δολοφονίας του ήταν η διάθεσή του και εν πολλοίς η ικανότητά της ομάδας του να διειδούν στις μαφιόζικες τραπεζικές καταθέσεις την προέλευση του αρχικού κεφαλαίου και την προσέλευση νέων εμβασμάτων. Ο νομικός αγώνας του Φαλκόνε που θα συνοψιζόταν στην φράση του «είμαι απλά ένας υπηρέτης του κράτους σε μια terra infidelium» δεν στρέφεται μόνο έναντι της έλλειψης συνεργατικής διάθεσης από πλευράς κομματιού του σικελικού πληθυσμού αλλά αποτελεί κυρίως και στηλίτευση της κρατικής απραγίας στην προσπάθεια αυτή.

Βεμπεριανές ιδεοτυπικές διοικήσεις δεν υπάρχουν- και αν συλλογιστεί κανείς την απόλυτη διαφθορά της δημόσιας διοίκησης στα καθ’ημάς, είναι εύλογο να συμπεράνει ότι η μαφία δεν είναι εγγενές πολιτισμικό φαινόμενο μιας υποστασιοποιημένης Σικελίας. Μια χώρα χωρίς στέρεα οικονομική δομή, χωρίς πρωτογενή παραγωγή, της οποίας η ανάπτυξη συνδέεται με την ανοικοδόμηση και το θερινό φρούτο της αντιπαροχής, είναι εύκολο να αναπτύξει αντισώματα στην παραβατικότητα: χρειάζεται απλά διεφθαρμένη κρατική μηχανή (αντιπαροχή και μίζα), εργασιακή επισφάλεια (‘μαύρη’ οικοδομική εργασία) και κοινωνική ανοχή (καθένας και το εξοχικό του). Η αυθαίρετα χτισμένη Ελλάδα μπορεί εύκολα να θυμηθεί τις καλοκαιρινές πυρομανίες των εργολάβων- με αποκορύφωμα το οικολογικό ολοκαύτωμα του Αύγουστου 2008˙ συσχετισμοί μπορούν να γίνουν εύκολα- εντόπια αντιμάφια όμως υπάρχει;

[1] Σε ένα από αυτά πραγματοποιώ την εθνογραφική έρευνα πεδίου μου, που διαρκεί ένα χρόνο- ολόκληρο τον αγροτικό κύκλο παραγωγής. Το παρόν κείμενο στηρίζεται εν μέρει σε παρατηρήσεις που συνέλεξα σε ολιγόμηνη έρευνα πεδίου στην Σικελία το 2007.
[2] Τα «μέλη» καθεμιάς από τις Κόζα Νόστρα (Σικελία), καμόρρα (Καμπάνια) και ‘ντράνγκετα (Καλαβρία) δεν ξεπερνούν τις 5000-6000.
[3] Putnam, Robert: Making Democracy Work: Civic Traditions in Modern Italy (1993)
[4] Το μοντέλο του Πάτναμ δεν είναι άμοιρο υποστασιοποιήσεων πάντως: χαρακτηριστικό είναι ότι η μεταβιομηχανικές Λομβαρδία και Βένετο είναι περιοχές υψηλής συμπύκνωσης ρατσιστικών και ξενοφοβικών στοιχείων, που βρίσκουν και πολιτική έκφραση στη Λέγκα του Βορρά- όταν ο Νότος είναι εν γένει ανεκτικός στη διαφορετικότητα.
[5] Ο Μπροντέλ έχει καταδείξει το οξύμωρο της έννοιας εθνικότητα όταν εφαρμοζεται σε αυτοκρατορικό σύστημα διοίκησης: Μεσόγειος (2000)
[6] Τόσο το αριστούργημα του Λαμπεντούζα ‘ο Γατόπαρδος’ όσο και η ομώνυμη ταινία του Βισκόντι αποτελούν διεισδυτικές αναπλάσεις της σκέψης και έξοχες τοιχογραφίες του κλίματος της εποχής.
[7] Herner Hess: Mafia and Mafiosi- Origin, Power and Myth, (1963)
[8] Ουμπέρτο Σαντίνο, Dalla Mafia alle Mafie (2007).
[9] Πολάνυι, The Great Transformation (2000)
[10] Ερυθρές Ταξιαρχίες
[11] Πρώτα Δικαστής και έπειτα Εισαγγελέας (δημόσιος κατήγορος) που κινητοποίησε εντάλματα εναντίον εκατοντάδων μελών της Κόζα Νόστρα, μέχρι την εντυπωσιακή του δολοφονία το 1992

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Η ομερτά και η αγορά:
στοιχεία για την επιχειρηματικότητα και τον μοντέρνο χαρακτήρα των μαφιών

Οποιαδήποτε απόπειρα παρασκευής μιας μεθόδου κατανόησης για το φαινόμενο των μαφιών προσκρούει σε a priori δοτές σημειολογίες για το θέμα, που προκαλούν συνειρμούς στερεοτυπικής φύσης. Το άρθρο αυτό θα αποπειραθεί να εντοπίσει τα κεντρικά χαρακτηριστικά του περί τη μαφία discorso (στην έννοια του Λόγου που ακολουθεί την ιταλική παράδοση του Μακιαβέλι και του Γκράμσι) και θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει όσο είναι δυνατόν τα κυρίαρχα στερεότυπα για τις μαφίες όσον αφορά στην φύση, την ιστορία, τη δραστηριότητά και το μέλλον τους.

Αυτό που για παράδειγμα μπορεί να εκκινεί ως ανάγνωση μιας κατά βάσιν οικονομικής υπόθεσης σε πολιτιστικού χαρακτήρα δεδομένα –πχ ο καπάτσος Σικελός ή στην μεταμοντέρνα εκδοχή του ο ρέμπελος Αλβανός- εδράζεται μάλλον σε οριενταλιστικής φύσης πολιτικές του κεντρικού εξουσιαστικού Λόγου[1]. Η απομόνωση του Άλλου εντός των τειχών ως δυνάμει εμπλεκόμενου στις μαφίες έχει συζητηθεί ως έκφανση του α λα ιταλιάνα ‘Οριενταλισμού σε μία χώρα’. Σε κάθε περίπτωση, η αδιαφορία των μέσων πληροφόρησης στην Ελλάδα για το φαινόμενο, καταδυκνύει νομίζω μια κατεξοχήν τέτοιου τύπου νοοτροπία, ότι δηλαδή οι μαφίες πρέπει να απασχολούν τους άμεσα εμπλεκόμενους (fatti suoi, δικό τους θέμα), τουτέστιν τους Ιταλούς. Η παγκοσμιοποίηση της μαφιόζικης δραστηριότητας πάντως, αποκλείει κάθε σοβαρότητα από τον ισχυρισμό αυτόν.

Θα προσπαθήσω να καταδείξω ότι παρά τους ισχυρισμούς για το αντίθετο,
1. η ‘μαφία’ δεν είναι μία αλλά πολλές,
2. δεν είναι αρχαΐκή αλλά μοντέρνα,
3. δεν είναι βίαια ‘εκ φύσεως’ μα ένα οικονομικό Σύστημα όπου η προγραμματισμένη βία είναι απλά ένα εργαλείο προστασίας των επενδύσεων,
4. δεν κείται εκτός ή εναντίον του συστήματος διαχείρισης της οικονομίας και διακυβέρνησης της επικράτειας αλλά εν πολλοίς αποτελεί μέρος του.
5. δεν έχει αντικρατικό ή όποιο πολιτικό χαρακτήρα μα αντίθετα ενεργεί -κατά βούλησιν- εντός κι εκτός των κρατικών δομών και μηχανισμών
6. δεν υπάρχει μόνο λόγω κουλτούρας αλλά λόγω οικονομικών δεδομένων που την καθορίζουν ενώ τέλος
7. δεν αρκείται στο να ζει παρασιτικά από τον επενδυτικό κόσμο, αλλά πλέον καθορίζει η ίδια πολλές του πλευρές.

Η μαφία στην στερεοτυπική της απομόνωση και στη νομική της σύλληψη
Για την απομόνωση in vitro των κύριων χαρακτηριστικών μιας μαφιόζικης οργάνωσης απαιτείται πριν από όλα η αναγνώριση του αντικειμένου της παρατήρησής μας στην υφιστάμενη γλώσσα τόσο του Τύπου όσο και της ‘πιάτσας’ (από την ομόηχη ιταλιώτικη λέξη). Θα καθυστερήσουμε λίγο εδώ, καταρχήν διαπιστώνοντας μια μονότονη αναφορά στο φαινόμενο σε χρήση ενικού αριθμού και κεφαλαίου αρχικού γράμματος - ‘Η Μαφία κρύβεται πίσω από...’. Η καθόλου τυχαία επιλογή της εν λόγω απλουστευμένης γλωσσικής μορφής θυμίζει πρωσοποκεντρικές αντιλήψεις κοινωνικών δομών και φαίνεται να επαληθεύει την διάχυτη κατά τη γνώμη μας άποψη ότι η ‘Μαφία’ δεν είναι παρά ένα φεουδαλικό κατάλοιπο από μιαν εποχή που πολιτική ήταν οι πολιτικοί ή μάλλον οι προσωποιημένοι θεσμοί: το Παλάτι, το Δουκάτο, το Βιλαέτι, η Μαφία.

Όταν η καταστατική πράξη ύπαρξης μιας οργάνωσης είναι η συστημική μας άγνοια περί του πώς και του αν υφίσταται, η επιστημονική του απόδοση σε έναν στενό ορισμό γίνεται επείγουσα. Στην αφαιρετική νομική γλώσσα ωστόσο η μαφία πρέπει να διαθέτει το ενικό άρθρο μπροστά στο πολύ ειδικό της υποκείμενο. O ποινικός κώδικας εκ των πραγμάτων καθορίζει τα στενά εκείνα χαρακτηριστικά που αποδίδουν σε μια εγκληματική οργάνωση τα ειδικά εκείνα χαρακτηριστικά που στοιχειοθετούν το μαφιόζικο πρόσημο.

Άρα λοιπόν η αναφορά στον τύπο περί της Χ αλλοδαπής ‘μαφίας’ στην Ελλάδα γίνεται πάντα καταχρηστικά. Το οργανωμένο έγκλημα που ελέγχει πχ την διακίνηση ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση (το άστοχα κι άχαρα λεγόμενο ‘εμπόριο λευκής σαρκός’) την οποία ελέγχουν για παράδειγμα Αλβανοί λαθρομετανάστες δεν μπορεί να είναι μαφιόζικο εκ των πραγμάτων- στην δραστηριότητά τους απουσιάζει ο έλεγχος χώρου όπως και η όποια επιρροή σε κοινωνικά υποκείμενα πέραν των θυμάτων τους. Άλλοτε πάλι, στην καθομιλουμένη όσο και στην δημοσιογραφική γλώσσα, η μαφία επιθετικοποιείται και λαμβάνει διαστάσεις αφηρημένου χαρακτηριστικού που ένας άνθρωπος (‘μεγάλη μαφία αυτός’) ή κατά προτίμηση μια εγκληματική οργάνωση μπορεί να έχει[2].

Η συστεματοποίηση σε θετό δίκαιο ενός νομικού ορισμού για την μαφιόζικη οργάνωση -γεγονός που με αναφορά στον συγκεκριμένο όρο ‘μαφία’ έχει λάβει χώρα μόνο στην Ιταλία- δεν επιτρέπει την εξουθένωση του όρου αλλά τον καθιστά συγκεκριμένο για την κοινή χρήση. Έτσι λοιπόν, μαφιόζικη είναι μια οργάνωση (άρθρο 416bis)[3] όταν τα άτομα που την συναποτελούν βασίζουν τον δεσμό μεταξύ τους στην δύναμη του εκφοβισμου, σε μία κατάσταση τρομοκράτησης και καταστατικής σιωπής [omertá] που απαιτείται για να προβούν σε εγκληματικές ενέργειες, να αποκομίσουν με τρόπο άμεσο ή έμμεσο την χρήση ή σε κάθε περίπτωση τον έλεγχο οικονομικών δραστηριοτήτων, αδειών, εξουσιοδοτήσεων, συμβολαίων και δημόσιων υπηρεσιών και για να δημιουργήσουν παράνομα κέρδη ή οφέλη για τους ίδιους ή άλλους... Το γεγονός ότι το νομικό εγχειρίδιο χρήται μιας λέξης που η ίδια η μαφία γέννησε (ομερτά), καταδυκνύει πόσο σημαντικά διαφορετική είναι από άλλου τύπου εγκληματικές οργανώσεις.

Οι μαφίες της Ιταλίας και ένα παράδειγμα επενδυτικής δραστηριότητάς τους
Cu nesci, arrinesci[4]
Για την περαιτέρω κατανόηση του ακριβολόγου κειμένου του άρθρου 416bis και την σύνδεσή του με την πραγματικότητα, θα σημειώσουμε εν τάχει πως ο ορισμός στην Ιταλική επικράτεια ανταποκρίνεται καταρχήν σε 4 μεγάλες οργανώσεις:

Α. Η περιβόητη Κόζα Νόστρα, με έδρα την Σικελία, γεννήθηκε στην δυτική πλευρά του νησιού με την Ιταλική ενοποίηση και σήμερα έχει εξαπλώσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα σε όλες τις ηπείρους της υφηλίου. Έχει μια στενά πυραμιδοειδή δομή με κεντρικό εκτελεστικό όργανο και περί τα 5000 μέλη που στην τοπική τους cosca (οργάνωση βάσης) εντολοδοτούνται εκ των άνω. Για δεκαετίες υπήρξε η ισχυρότερη εγκληματική οργάνωση του κόσμου, ελέγχοντας την διακίνηση της ηρωΐνης σε διεθνή κλίμακα. Η σχέση με τον δον Κορλεόνε του Κόππολα είναι κυριολεκτικά απλή συνωνυμία[5]- η σικελικής καταγωγής αμερικανική έκδοσή της και οι περίφημες 5 οικογένειες της Νέας Υόρκης δεν θα μας απασχολήσουν στο άρθρο αυτό, κυρίως λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της επενδυτικής τους δραστηριότητας στην χώρα τους[6].

Β. Η άγνωστη στην χώρα μας «‘ντράνγκετα» [‘ndrangheta] (σε καμμία ελληνόφωνη δημοσιογραφική πηγή δεν είδα το όνομά της γραμμένο σωστά, καίτοι είναι λέξη ελληνικής προέλευσης[7]) εκκινεί την δεινοσαυρική επενδυτική της δράση από την Καλαβρία, στο πιο νότιο και πιο φτωχό άκρο της Ιταλικής χερσονήσου, με προοπτικές κατάκτησης αγορών σε Αυστραλία, Καναδά, ΗΠΑ, ανατολική Ευρώπη κτλ. Είναι η πλουσιότερη και πιο πετυχημένη των μαφιών αυτή την στιγμή, με μηδενική σχεδόν διείσδυση των αστυνομικών αρχών στις τάξεις της. Οργανώνεται σταθερά σε οριζόντια κλίμακα χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, με φατρίες (‘ndrine) όπου το συγγενικό στοιχείο είναι μεταξύ των μελών κυρίαρχο.

Γ. Η μόνη Ιταλική μαφία μητροπολιτικής προέλευσης είναι η Ναπολιτάνικη (και Καμπανική) Καμόρρα[8]. Έχει κατορθώσει να διαθέτει τον μεγαλύτερο αριθμό συνεργατών (πενταπλάσιο της Κόζα Νόστρα) και την πιο έντονη και σταθερή κοινωνική διείσδυση σε άνεργα ή ευπαθή κοινωνικά στρώματα σε μια από τις πιο όμορφες και αντιφατικές πόλεις του κόσμου. Η άναρχη και ασταθής μορφή του μηχανισμού της, της εξασφαλίζει μιαν ευελιξία και κοινωνική ανοχή που ‘την’ καθιστά (αν μπορούμε να μιλούμε έστω για μια οργάνωση), ό,τι πιο αποτελεσματικό και βίαιο γνωρίζει ο πλανήτης σήμερα στον τομέα της οργανωμένης ένοπλης επιχειρηματικότητας.

Δ. Η Ιερά Hνωμένη Κορώνα [Sacra Corona Unita] στην Απουλία είναι ένα δίκτυο από αυτόνομες φαμίλιες που διαφαίνεται να επεκτείνει τις δραστηριότητές του μέσα από διακομιστικά κέντρα στην Αδριατική, όπως το Μπάρι.

Κοντά σε αυτές, η Στίτζα (Stidda) της Νότιας Σικελίας, οι Μπαζιλίσκοι της Λουκάνιας (Basilischi Lucani) κι άλλες μικρές ομαδώσεις που εμπλέκονται σταθερά στην απομύζηση δημόσιου χρήματος στις περιοχές τους και ελέγχουν διόδους παράνομης διακίνησης αγαθών ή διακίνησης παράνομων ‘αγαθών’.

Η μαφία παραδοσιακά εμφανίστηκε ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στο κράτος και τους διοικούμενους, στον έμπορο και τον αγοραστή, στον τσιφλικά και τον καλλιεργητή. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, τη δεύτερη φορά ως φάρσα. Οι κλασσικοί αναλυτές της μαφιόζικης οικονομίας[9] θέλουν τις οργανώσεις να γεννώνται και να ανθίζουν στα κενά εξουσίας μεταξύ κρατικού μηχανισμού και πολιτών σε απομονωμένες περιοχές- η οικονομία των συγγενικών και προσωπικών δεσμών που διασφαλίζει μιαν αποτελεσματικότητα παγωμένη στα γρανάζια της γραφειοκρατίας[10].

Μαφία και μύθος, μαφίες και μοντερνικότητα

Στην κοινωνιολογική παράδοση, ο Hess πρώτος καθιερώνει μιαν αντίληψη της μαφίας ως καρπού της τριβής μεταξύ ενός γραφειοκρατικού κράτους και μιας υποκουλτούρας που αμφισβητεί το μονοπώλιο της κρατικής βίας. Αποδίδεται έκτοτε συχνά ένας προμοντέρνος χαρακτήρας στο φαινόμενο, το οποίο αναγνωρίζεται ως οιονεί εμμονή των φεουδαλικών μορφών οργάνωσης της κοινωνίας μέσα στην βιομηχανική πραγματικότητα. Θεωρείται από πολλούς ένα απολίθωμα που θα πέσει σαν ώριμο φρούτο από τις ίδιες του τις αντιφάσεις (οι ομοιότητες με άλλες έννοιες της πολιτικής οικονομίας δεν είναι τυχαίες) μην αντέχοντας την εξάρτηση από την μυστικότητα μέσα στην πληροφοριακή εποχή.

«Στην πραγματικότητα [όμως] η μαφία είναι ένα φαινόμενο που έχει καθορίσει την κοινωνική ζωή, τους κώδικές συμπεριφοράς της και οι δραστηριότητές της εξυφαίνουν συνέχιση και καινοτομία ταυτόχρονα, εκδηλώνουν μια μεγάλη ικανότητα προσαρμογής για την οποία ο πιο ικανοποιητικός όρος θα ήταν δια-κουλτούρα, εννοούμενη ως εγκάρσια πορεία που υιοθετεί στοιχεία από διάφορες κουλτούρες και μέσα στην οποία μπορούν να συμβιούν και να τρέφονται αποτελεσματικά στοιχεία αρχαϊκά όπως η εδαφική κυριαρχία και στοιχεία υπερμοντέρνα όπως οι χρηματιστικές δραστηριότητες»[11].

Ο αποπροσανατολισμός των μέσων ενημέρωσης όσον αφορά στις μαφίες δικαιολογείται από το κομφούζιο που προκαλεί ο κυκεώνας παραστάσεων και μυθωδιών για τις οργανώσεις κι αφετέρου εδράζεται στη συντονισμένη αντίληψη ότι το οργανωμένο έγκλημα ζει παρασιτικά από το σώμα του οργανωμένου καπιταλισμού, υφαρπάζοντας βίαια τα κέρδη άλλων. Στην πραγματικότητα, οι ίδιες αποτελούν πηγή κερδών για το σύστημα και διαμέσου των δραστηριοτήτων τους τα τεράστια κεφάλαια που η οικονομία της διακίνησης παράνομων ουσιών γεννά εισάγονται στό νόμιμο πεδίο της επίσημης επιχειρησιακής δραστηριότητας. Απέναντι στο κράτος δε, ο μαφιόζος επιχειρηματίας είναι συχνά ευυπόληπτος, συνεπής στις φορολογικές του υποχρεώσεις -είναι κι αυτό πολιτική ξεπλύματος- και συχνά υπολογίσιμη δύναμη ανάπτυξης.

Το προκαπιταλιστικό πρόσημο αποδίδεται σε ένα σύνολο από οργανώσεις που στην πραγματικότητα δεν μοιράζονται απαραίτητα κοινές πολιτικές ή ιστορία, αποπροσανατολίζοντας τη γνώμη του κοινού από το γεγονός ότι οι μαφίες είναι μοντερνικό φαινόμενο. Οι οργανώσεις ελίσσονται ανάμεσα στις νομοθετικές τροχοπέδες του αστικού κράτους, εκμεταλλευόμενες το ιδιαίτερο επενδυτικό σύστημα που επιτρέπει -στα όρια του θετού δικαίου και της νόμιμης οικονομίας- το λεγόμενο ‘ξέπλυμα βρώμικου χρήματος’. Οι μέθοδοι πλουτισμού τους αποτελούν τυπικό παράδειγμα πρωτόγονης συσσώρευσης κεφαλαίου που μέσω των συνεχών επενδύσεων σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες παράγει κέρδος πολλαπλάσιο. Ειδικά στην Ιταλική περίπτωση, μαφιόζικες οργανώσεις επενδύουν μαζικά στην οικοδομική δραστηριότητα, στην κατοχή ακινήτων, ακόμη και σε υπηρεσίες (όπως η Υγεία). Το ότι η Καμόρρα αγοράζει ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις στην Σκωτία ή τις Κανάριες νήσους και κατέχει κατασκευαστικές μεγαλοεταιρίες είναι ενδεικτικό τόσο της οργανωτικής της αιχμής όσο και της ανάγκης του συστήματος –εδώ της ευρωπαϊκής ελεύθερης αγοράς- για συνεχή κυκλοφορία κεφαλαίων.

Έτσι, βρώμικο χρήμα μπορεί να είναι η καταφανής διαρπαγή αλλοτρίων όπως το διάσημο (η ‘προστασία’ που πληρώνουν, σε ποσοστό επί των κερδών τους, δύο στις τρεις επιχειρήσεις σε πολλές πόλεις του Νότου ακόμη και σήμερα). Η αστική νομοθεσία αναγνωρίζει παράνομη δραστηριότητα στην συσσώρευση αυτού του είδους, ενώ η επένδυση του αρχικού αυτού κεφαλαίου στην αγορά πχ ενός εστιατορίου στο Μιλάνο είναι επίσης παράνομη. Τα κέρδη όμως που το εστιατόριο αυτό θα εκπορεύσει είναι καθόλα νόμιμα κι έτοιμα για επανεπένδυση σε άλλον τομέα, υπερπολλαπλάσια του αρχικώς συσσωρευμένου κεφαλαίου. Ο τζίρος των μαφιών προέρχεται κυρίως από αυτές ακριβώς τις νόμιμες δραστηριότητες κι από την ασυνέχεια μεταξύ αστικής νομοθεσίας κι ελεύθερης αγοράς που λέγεται ναρκοαπαγόρευση.

Οι μαφίες λοιπόν δεν είναι παρά εγκληματικά δίκτυα απομύζησης πρωτόλειου κεφαλαίου που διαγράφουν έναν νοητό κύκλο με κέντρο κάποιο χωριό στη νότια Καλαβρία, όπου ο μαφιόζος ζει κατά τιμήν (uomo d’onore) και συχνά φτωχικά για να μην προκαλεί, και ακτίνα έναν αόριστο χώρο μεταξύ Ρώμης, Λονδίνου και Μπογκοτά. Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα και η ελεύθερη μετακίνηση κεφαλαίων αποτελούν στέρεες βάσεις για την οικονομική επιτυχία των μαφιών σε διεθνές επίπεδο. Η ανάπτυξη του άυλου κεφαλαίου, των χρηματιστηριακών επενδύσεων και των αποκρατικοποιήσεων δεν εμποδίζει τις δραστηριότητες των –υποτίθεται προνεωτερικών- μαφιών μα αντίθετα τις ευνοεί.


‘Μαφία, Κράτος, Εργασία’

Η πρώην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι (ο οποίος φυσικά δεν είναι μαφιόζος, και δεν θα μπορούσε να είναι) είχε συμφωνήσει με πολυεθνικές κατασκευαστικές –στις οποίες η Κόζα Νόστρα και η ‘ντράνγκετα είχαν συμμετοχή κι άμεσα συμφέροντα- στην ανέγερση της μεγαλύτερης γέφυρας του πλανήτη, σε μια απόπειρα σύνδεσης της Σικελίας με την υπόλοιπη χώρα. Τα συμβόλαια για τον περί τη γέφυρα σχεδιασμό ανάπτυξης οδών κτλ είχαν αποκλειστικά ανατεθεί σε εταιρίες των οποίων οι κάτοχοι διετέλεσαν στο παρελθόν ποινές σχετικές με το οργανωμένο έγκλημα. Το γεγονός ότι η νέα κεντροαριστερή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο διέκοψε –με μεγάλα κόστη από πρόστιμα- το έργο στη γέννησή του ανέγειρε για πολλοστή φορά το θέμα της διείσδυσης του επιχειρηματικού υποκόσμου στην πρώην κυβέρνηση Μπερλουσκόνι. Ο σύμβουλος του Καβαλιέρε Μαρτσέλλο ντελ’Ούτρι κι ο μπερλουσκονικός Έπαρχος της αυτόνομης Σικελίας Τοτό Κουφάρο κατηγορούνται για συμμετοχές και κάλυψη. Η ειρωνεία είναι ότι η σύλληψη του αρχηγού της Κόζα Νόστρα Προβεντσάνο τον περασμένο Απρίλη έγινε 2 μέρες μετά την πτώση Μπερλουσκόνι...Όπως όμως η νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ιταλικής κυβέρνησης δεν άλλαξε ιδιαίτερα από την εποχή της Forza Italia, έτσι και η δομική συνύπαρξη της μαφίας με την κεντρική εξουσία δεν διερρύχθει, ακριβώς επειδή η μαφία δεν έχει προσωποποιημένο χαρακτήρα.

Εξ άλλου, μια καταφανής σύμφυρση των μαφιών με την οργανωμένη οικονομία είναι η παρουσία τους ως λαοφιλούς εργοδότη στη Νότια Ιταλία. Το περίφημο sottoproletariato της Νάπολης είναι μια συνεχής στρατολογική βάση, μέσω δικτύων προσωπικών γνωριμιών, για την επάνδρωση των οικοδομικών εταιριών της Καμόρρα με εργατικό δυναμικό[12]. Η κατανομή και η οργάνωση της εργασίας μέσα στον μαφιόζικο μηχανισμό είναι το φωτογραφικό αρνητικό μιας μεταφορντικής οριζόντιας γραμμής απασχόλησης. Το όνειρο κι ο εφιάλτης της μεταμοντέρνας ανάπτυξης στον καπιταλισμό, όπου ο εργάτης θα μοιράζεται το ίδιο τραπέζι με το αφεντικό γίνεται πραγματικότητα στην ανεπίσημη μικροοικονομία που ανθίζει στους χώρους παροχής εργασίας που οι μαφίες ελέγχουν- ο εργάτης είναι ταυτόχρονα ‘εξαρτημένος’ κοινωνικά από την οργάνωση.

Η παρουσία των μαφιών στο πολιτικό εποικοδόμημα στην ουσία απηχεί την εισέλευσή τους στην βάση παραγωγής. Η μαφία-εργοδότης ασκεί μέσω των αχυρανθρώπων που διαθέτει σε ιθύνουσες θέσεις εταιριών στο Νότο, έναν έμμεσο έλεγχο επί των πολιτικών επιλογών του εργατικού προσωπικού. Η εξαγορά ψήφων υπέρ μαφιόφιλων πολιτικών μέσω προσφοράς υποαπασχόλησης στις εταιρίες αυτές, είναι μια πρακτική που έχει εν μέρει παραλύσει την πολιτική συνείδηση χιλιάδων Ιταλών. Η μαφία τελικά, είναι ένα φαινόμενο μαζί εσωτερικό –εξ αιτίας του χαρακτήρα του ως εξωνομικής δραστηριότητας- και εσωτερικό όσον αφορά τους πολιτικούς οργανισμούς και τους κρατικούς θεσμούς –εξ αιτίας του πολιτικου του ρόλου, τις λειτουργίες της ως όργανου κοινωνικού ελέγχου και των οικονομικών της δραστηριοτήτων, κατά ένα μέρος συνδεδεμένες με δημόσιο χρήμα.

Μία ακόμη κοινοτοπία θέλει τις μαφίες παθολογικά φαινόμενα που ίστανται εκτός των κοινωνιών όπου δρουν- ενός είδους καρκίνοι που μετίστανται από κάποιο ασθενές σημείο του σώματος της εθνικής οικονομίας στην καρδιά του. Η παρατήρηση αυτή παρορά την οικονομική δραστηριότητα των οργανώσεων στο έννομο επίπεδο της επίσημης οικονομίας. Σημειωτέα όμως πρώτον, ότι τα μεγάλα κέρδη τους προέρχονται από οικονομικές δραστηριότητες καθόλα νομιμοφανείς και εισηγμένες στο σύστημα και δεύτερον, ότι το ίδιο το σύστημα ως ολικό σώμα κερδοφορεί από την παρουσία των μαφιόζικων επενδύσεων. Η επιχειρηματική δραστηριότητα των μαφιών είναι εισηγμένη σε τέτοιο βαθμό στην λογική της ελεύθερης αγοράς ώστε να επηρεάζει την ίδια την συστημική θέση ορισμένων επενδύσεων, διευκολύνοντάς τες. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι υφίσταται μια τεράστια αγορά για τις απομιμήσεις ρούχων προσάπτει στην νόμιμη πλευρά της αγοράς ένα σύνολο διευκολύνσεων- χαμηλότερες και πιο ανταγωνιστικές τιμές. Η παραγωγή των ιμιτασιόν ανατίθεται στην ίδια παραγωγική μονάδα που ελέγχει την επίσημη γραμμή ρούχων μιας εταιρίας- κι επιβάλλεται μέσω του ότι η Καμόρρα ελέγχει την διανομή ρούχων τόσο της αυθεντικής γραμμής όσο και των αντιγράφων της.
Ένας δείκτης προσέγγισης του ‘Συστήματος’ με τις κρατικές λογικές παροχών υπηρεσιών είναι ακριβώς το παράλληλο κοινωνικό κράτος των μαφιών. Έτσι, οι δορυφόροι της Καμόρρα, που ανέρχονται σε ίσως δεκάδες χιλιάδων ανδρών, επισήμως ανέργων, συντηρούν την οικογένειά τους σε περίπτωση κινδύνου, μέσα από έναν άγραφο δεσμό κοινωνικής ασφάλισης που η κλαν τους παρέχει. Όταν ο εικοσάχρονος εργάτης της Καμόρρα συλληφθεί κι αναγκαστεί να περάσει κάποια χρόνια στο όποιο σωφρονιστικό ίδρυμα, η οργάνωση θα μεριμνήσει για την διατροφή της κοπέλας ή της μητέρας του. Η σύνταξη αυτή –σε μηνιαίες δόσεις, στο χέρι- εξασφαλίζει τον συνεχή έλεγχο τόσο της διαρροής πληροφοριών από μιαν απογοητευμένη μάνα προς την αστυνομία όσο και την διαιώνιση του καθαυτού λαοφιλούς προσώπου της μαφίας. Αποκαλείται mesata (μηνιάτικο) και συντηρεί χιλιάδες οικογένειες και μιαν οργανωμένη άτυπη οικονομία στη νότια Ιταλία κι όχι μόνο. Η απουσία ενός κοινωνικού κράτους στον ευρωπαϊκό Νότο για την διασφάλιση πχ άγαμων μητέρων κι η συνεχής αόριστη αναβολή τέτοιων πολιτικών στο όνομα της ‘δεμένης καθολικής ή ορθόδοξης οικογένειας’, χαιρετά, άθελα έστω, τέτοιες πρακτικές επιβίωσης- τις οποίες θα υιοθετήσουν και οι αλλοδαπές οργανώσεις στην Ελλάδα, όσο συνεχίζεται ο παραγκωνισμός του αλλοδαπού εργαζόμενου από το κράτος παροχών στη χώρα μας.
Η προγραμματισμένη βία
Συναφές με αυτό το συμπέρασμα είναι το δημοσιογραφικό φαντασιακό που οργανώνει τον στοχασμό ενός φαινομένου με βάση το θέαμα που το φαινόμενο εξυπηρετεί. Έτσι, η μαφία δεν υφίσταται παρά μόνο όταν σκοτώνει- στο μεσοδιάστημα, ‘αναστέλλει’ τις δραστηριότητές της. Η αλήθεια είναι όμως, ότι η μαφία αναπτύσσεται συνεχώς απλώνοντας τις δράσεις της σε παράλληλα κι επάλληλα μήκη οικονομικής ανάπτυξης και χρήται των όπλων με φειδώ και μόνο όταν αυτό διευκολύνει την εκάστοτε επιχειρησιακή της στρατηγική. Η προγραμματισμένη βία της μαφίας την κάνει να θυμίζει τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό- η μαφία δεν σκοτώνει, αλλά εκτελεί[13]. Το να της αποδωθεί η εικόνα του επιχειρηματία με το όπλο παρά πόδα είναι ισως γλαφυρό αλλά πάντως όχι άστοχο- γεγονός είναι πάντως ότι τα εγκλήματά της είναι πάντα προγραμματισμένες εκρήξεις βίας σε μια κατά τα άλλα επιχειρηματική, σχεδόν γραφειοκρατική λογική.
Φυσικά, οι παραλληλισμοί ενόπλων οργανώσεων πολιτικής τρομοκρατίας με την μαφιόζικη βία είναι απλά παραπλανητικοί, αν όχι επικίνδυνοι. Τέτοια σειρά αυθαιρεσιών είδαμε στην εγχώρια εμπειρία των αναλύσεων επί της φύσης της 17Ν, όταν πρωτοσυνελήφθησαν οι φερόμενοι ως μέλη[14]. Οι μαφίες θυμίζουν πολιτικές ομαδώσεις μόνο όσον αφορά την ομοιότητα των χτυπημάτων τους με ενέργειες νεοφασιστικών οργανώσεων στις δεκαετίες του ’70 και ’80 στην Ιταλία (σταθμός Μπολόνια πχ), βασισμένες σε μια βία τυφλή κι οριζόντια, που στοχεύει μόνο στην πρόκληση και με την οποία η επίτευξη του όποιου προπαγανδιστικού στόχου είναι απολύτως δυσανάλογη. Δεν είναι εξ άλλου αβάσιμες οι υποθέσεις συμμετοχής/ανάμειξης της Κόζα Νόστρα στις ενέργειες εκείνες. Κατά τα άλλα, η οπορτουνιστική τους φύση κι ο ακραιφνής πολιτικός τους αριβισμός, στηλιτεύει τις μαφίες ως μη ιδεολογικά υποκείμενα με μοναδικό τους στόχο το κέρδος και την διαφυγή από νομοθετικούς περιορισμούς στις δραστηριότητές τους. Έτσι, στα μέσα των ’80, όταν πρωτοεισήχθη το περίφημο άρθρο 41bis στον Ιταλικό Ποινικό Κώδικα, κατά το οποίο απαγορεύεται σχεδόν κάθε επικοινωνία του εγκάθειρκτου μαφιόζου με τον έξω κόσμο, οι μαφιόφιλοι ανά τον Νότο υποστήριξαν το Σοσιαλιστικό κόμμα στις εκλογές, καθότι ήταν το μόνο που θεωρούσε την εν λόγω νομοθεσία αντισυνταγματική[15]. Το πολιτικό αισθητήριο των μαφιών είναι οξύ κι ακολουθεί τις τρέχουσες ειδήσεις με προσποιητή αδιαφορία.
Τέλος, αθροιστικά με τις αναλύσεις αυτές, συχνά ακούγεται η υπόθεση ότι οι μαφίες τελικά είναι κατεξοχήν εξωσυστημικά φαινόμενα, αυτόνομες δομές των οποίων η ανάπτυξη δεν εξαρτάται απλά από ‘υπόκοσμα’ συμβάντα αλλά από ανοιχτή σύγκρουση με τις αρχές της κοινωνίας στην οποία η Μαφία υποτίθεται ότι επιτίθεται. Ιδιαίτερη αναφορά στον ‘αντικρατικό’ αυτό χαρακτήρα των μαφιών είχε δοθεί στη διάρκεια της ‘μακράς δεκαετίας του ‘80’, με κορύφωσή της στην τυφλή, οριζόντιας φύσης τρομοκρατία των ετών ’92 κι έπειτα. Εφόσον η Κόζα Νόστρα εκτελούσε τον διευθυντή της Αντιτρομοκρατικής Νταλα Κιέζα, τους αρχισαγγελείς Φαλκόνε και Μπορσελλίνο, δικαστές, πολιτικούς, αστυνόμους, ένας αόριστος πολιτικός χαρακτήρας άρχισε να κάνει την εμφάνισή του στην κοινή ανάλυση των μαφιών. Στην πραγματικότητα όμως, όπως και με την ελεύθερη αγορά και την αστική κοινωνία, έτσι και με το Κράτος, η μαφία διατηρεί μια σχέση τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική. Όπως είναι σχεδόν αυτονόητο, μια μαφιόζικη οργάνωση στηρίζει την πολιτική της οικονομία σε όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν μιαν όποιανδήποτε επιχείρηση πετυχημένη, συν το μαγικό χέρι της αγοράς, όπως θα έλεγαν οι παλιοί καλοί οικονομολόγοι. Ένα χέρι που ακριβώς επειδή παραμένει αόρατο, μπορεί να οπλοφορεί ελεύθερα, ήδη από την εποχή τηε Μάνο Νέγκρα, οργάνωση Σικελών στις ΗΠΑ. Τα όπλα προϋπάρχουν της επενδυτικής δραστηριότητας, και την καθορίζουν, απελευθερώνοντάς την από τον όποιο ετεροπρογραμματισμό[16].

Όλα αυτά προϋποτίθενται- εκείνο που συχνά παρεξηγείται όμως είναι όχι τόσο η χρήση της βίας όσο η χρηστικότητά της. Η φαμίλια προγραμματίζει όλες της τις βίαιες ενέργειες και τις απαλλάσσει από κάθε χαρακτηριστικό εμπάθειας, εκδικητικότητας, μίσους. Κατά τα κλασσικά βεμπεριανά πρότυπα, πρόκειται για μια γραφειοκρατεία της βίας, με ενέργειες ψυχρού υπολογισμού οι οποίες σε κάθε περίπτωση, όταν είναι δυνατόν να αντικατασταθούν από άλλου είδους πειθώ, αποφεύγονται, ειδικά στην περίπτωση οργανώσεων όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται κεντρικά (Κόζα Νόστρα). Η χρήση της βίας υπόκειται στην χρηστικότητά της και σε αυτήν δίνει λογαριασμό. Η συγγένεια αυτού του είδους σωφρονιστικής και ασυναισθημάτιστης βίας με την αντίστοιχη κρατική δεν είναι τυχαία. Μια σοβαρή φαμίλια δεν δρα απλώς παράλληλα με τον κρατικό μηχανισμό- συχνά τον αντικαθιστά και σε κάθε περίπτωση τον αντιγράφει. Μια μαφία θα επιβιώσει κάθε κυβερνητικής δραστηριότητας καταπίεσής της ακριβώς διότι διαθέτει ποιότητες υπερπροσωπικές. Η δράση της σήμερα αντανακλά τα σχέδιά της για το αύριο, την κοινωνική της πολιτική θα έλεγε κανείς. Και σε αυτή την πολιτική, η βία αποτελεί το συστατικό και καθοριστικό στοιχείο, που όμως καλύτερα να υφίσταται ως απειλή παρά ως δράση, όπως καταδεικνύει πχ η δράση της Κόζα Νόστρα τα τελευταία 11 χρόνια. Ποτέ δεν υπήρξε το Παλέρμο ηρεμότερο, οι βουρβονικές του λεωφόροι πιο ήσυχες, το λιμάνι του πιο ασφαλές τη νύχτα- και όμως, ποτέ δεν έφτασαν τα έσοδα της Κόζα Νόστρα σε τέτοιους αστρονομικούς προϋπολογισμούς. Η μαφία του Προβεντσάνο είναι- καίτοι ο εμπνευστής αυτής της πολιτικής βρίσκεται πίσω από τα σίδερα- μια ανώνυμη, πολύ ανώνυμη εταιρία. Κάθε ενέργεια που περιέχει αίμα πρέπει να είναι αποτελεσματική, γρήγορη, και να στέλνει σήμα για περαιτέρω περιορισμό των χτυπημάτων στο μέλλον. Η δολοφονία μιας γυναίκας για παράδειγμα, δεν έχει συγκεκριμένο νόημα και γι αυτό καλύτερα να αποφεύγεται.

Παρόλα αυτά εδώ και τρεις δεκαετίες σε πολλές ζώνες του Νότου μαίνεται ένας ακήρυχτος πόλεμος. Οι δολοφονηθέντες από την Καμόρρα τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια αγγίζουν τους 3500- αριθμός μεγαλύτερος από εκείνον των θυμάτων του IRA και της ΕΤΑ μαζί. Άπειρες οι περιπτώσεις νεαρών που δεν θα δουν ποτέ πώς είναι η ζωή πέρα από τα είκοσι χρόνια. Εδώ, η εμπνευσμένη ατάκα του Γούντυ Άλλεν που θέλει τις φαμίλιες της Μαφίας (the Mob) ακίνδυνες σαν τους πολιτικούς, μιας που σκοτώνονται μεταξύ τους, δεν ανταποκρίνεται στην ιταλική πραγματικότητα[17]. Η πιο συχνή περίπτωση θύματος μαφιόζικης βίας είναι κάποιο scugnizzo ή piccioto, αγόρι στην εφηβεία που χρησιμοποιούν οι φαμίλιες για την διακίνηση ουσιών μέσα κι έξω από την ιταλική επικράτεια. Μια τέτοια τακτική εξασφαλίζει μερική νομική κάλυψη σε περίπτωση σύλληψης –το ποινικό δίκαιο ανηλίκων έχει σαφώς ελαφρότερες ποινές- κι ακόμη φτηνό εργατικό δυναμικό –τα αγόρια είναι υπερευχαριστημένα με ένα μηχανάκι στη διάθεσή τους- και αναλώσιμα κι ανανεώσιμα εργατικά χέρια στο ύφος του ανειδίκευτου εργάτη. Τα αγόρια αυτά –έχω γνωρίσει κάποια και φαίνονται σχεδόν αδιάφορα για τον χαρακτήρα της δουλειάς τους- δεν είναι και δεν θα γίνουν ποτέ εισηγμένα μέλη στο Σύστημα, αλλά περιφερειακή κι ανανεώσιμη κατά βούλησιν πηγή εργατικών χεριών, κάτι σαν την μαρξική ‘στρατιά ανέργων’.

Οι μαφίες ορίζουν ωθεί στα όριά της μια πραγματικότητα δεμένη στο άρμα της καπιταλιστικής άνισης ανάπτυξης όχι πάντα παρασιτικά αλλά συχνά σε κρυφή συνεργασία. Μια διάθεση ανοχής κι από τις δύο πλευρές εγκαθιστά την ελεύθερη αγορά ιδανική συνθήκη για την περαιτέρω ανάπτυξη και διείσδυση των μαφιών στο οικονομικό μας μέλλον. Η περαιτέρω ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας θέτει εξ ορισμού την πάταξη των μαφιών στο αόριστο μέλλον: η αγορά θα λύσει το πρόβλημα από μόνη της. Η μονότονη αυτή υπόσχεση ακούγεται εδώ και 150 χρόνια, από την πρώτη εμφάνιση του οργανωμένου ένοπλου επιχειρηματικού κόσμου στο Παλέρμο.

Θοδωρής Ρακόπουλος
Πηγές-Βιβλία
Dickie, John: Cosa Nostra : a history of the Sicilian Mafia / John Dickie.. London : Hodder & Stoughton, 2004..

Blok, Anton.: The Mafia of a Sicilian village, 1860-1960 : a study of violent peasant entrepreneurs / Anton Blok ; with a foreword by Charles Tilly.. Oxford : Blackwell , 1974.

Schneider, Jane and Schneder, Peter: Reversible Destiny: mafia, antimafia and the struggle for Palermo, 2003, university of California press

Arlacchi, Pino.: Mafia business : the Mafia ethic and the spirit of capitalism / Pino Arlacchi ; translated by Martin Ryle.. London : Verso , 1986

Blok, Anton.: Honour and violence / Anton Blok.. Malden, Mass. : Polity Press, 2000..

Chubb, Judith: Patronage, power, and poverty in southern Italy : a tale of two cities. Cambridge : Cambridge University 1986

Roberto Saviano: Gomorra. Mondadori: Milano 2005

Santino, Umberto: Mafia e stereotipi, 1998 Centro Siciliano di Documentazione

Santino, Umberto: dalla Mafia alle mafia, 2006, Roma, Rubbettino

Arlacchi, Pino.: Mafia, peasants and great estates : society in traditional Calabria / Pino Arlacchi 1983

Schneider J: Orientalism in one country, Italy’s Southern problem 1998

Hobsbawm, E. J. (Eric J.): Primitive rebels : studies in archaic forms of social movement in the 19th and 20th centuries / by E.J. Hobsbawm.. Manchester : Manchester University Press , 1971


[1] Schneider 1998
[2] ΤΑ ΝΕΑ , 18/10/2006 , Σελ.: N17
[3] Codice Penale Italiano, η μετάφραση δική μου
[4] Όποιος φεύγει [απ’το νησί], βρίσκει τύχη (Σικελική παροιμία)
[5] Η συνωνυμία έγκειται στο γεγονός ότι μετά τον εμφύλιο των αρχών του ’80, η ηγεσία της Μαφίας στο νησί περιελήφθη στα χέρια των Corleonesi από την ομώνυμη μικρή πόλη. Από εκεί κι ο τελευταίος ηγέτης της, Μπερνάντο ‘Το Τρακτέρ’ Προβεντσάνο
[6] Πέραν του γεγονότος ότι η Ιταλικοαμερικανική μαφία δρα εγχωρίως στην τεράστια αγορά των ΗΠΑ, τείνει να επενδύει τα κέρδη της σε ημιπαράνομες δραστηριότητες (βλ για παράδειγμα το χτίσιμο του Λας Βέγκας με κεφάλαια των 5 οικογενειών) αντί στην επίσημη οικονομία όπως οι Ιταλικές. Εξ άλλου, η μητροπολιτική δράση της και η αναγκαστική της στήριξη σε Αφροαμερικανικές, Πορτορικανικές κτλ κοινότητες για την εμπέδωση των εργασιών της, την κατατάσσει μάλλον στην ιδιαίτερη κατηγορία του γκανγκστερισμού.
[7] Εκ του ‘ανδραγαθία’
[8] Σωστή προφορά: Καμούρρα
[9] Για μιαν ανθροπολογική σκοπιά, η αξεπέραστη προσφορά του Μπλόκ [1974] και των Σνάιντερ [2003] για την Σικελία, ακόμα περιμένει την μεταφορά της στη γλώσσα μας. Το αυτό για την κοινωνιολογική πρωτοβουλία του Αρλάκι [1982, 1986]. Ευτυχώς η ιστορική διήγηση του Χόμπσμπάουμ [1963] κυκλοφορεί στα ελληνικά. Οι παραπάνω στοχαστές μοιράζονται σε μεγάλο βαθμό την υπόθεση εργασίας ότι η μαφία ήταν το εκ των ων ουκ άνευ διαμεσολαβητικό όργανο ενός μοντέρνου κράτους που ξυπνούσε από τον αυτοκρατορικό λήθαργο αιώνων έναν πληθυσμό απομονωμένο και με απούσα κοινωνική συνείδηση. ‘Ο Νότος αποτελεί μια τεράστια κοινωνική αποσύνθεση’ θα πει ο Γκράμσι [La questione meridionale].

[10] Αν αυτό θυμίζει το ‘δικό μας’ ρουσφέτι δεν είναι τυχαίο- ας μην ξεχνάμε ότι η τουρκική αυτή λέξη απαντά σε όλες εκείνες τις γλώσσες που ομιλούνται στις εκτάσεις που σήμερα αποκαλούμε Βαλκανικές χώρες, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή μοίρα αυτοκρατορικής ηγεμονίας και τοπικής διαμεσολάβησης για 500 χρόνια. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία που, αντιπαρατιθέμενη στην έννοια της onore [τιμής] στις πρώην γαίες του Βουρβωνικού βασίλειου των Δύο Σικελιών [βλ Νότια Ιταλία], δεν μπορεί παρά να εμπνέει το κλασσικό una faccia una razza.


[11] Ουμπέρτο Σαντίνο, Μαφίες και Στερεότυπα 1998. Ο Σαντίνο είναι διευθυντής του Σικελικού κέντρου αρχειογράφησης και ταγός στον κοινωνικό αγώνα εναντίον των μαφιών. Η μετάφραση δική μου. CDS
[12] Chubb, Judith, 1986

[13] John Dickie 2004
[14] Σχετικά: Δημήτρης Μπελαντής, epohi.gr
[15] Το κόμμα με το οποίο παραδοσιακά συνδέεται η διαπλοκή Κόζα Νόστρα κι εξουσίας είναι κατά τα άλλα η Democrazia Cristiana, η σχεδόν χωρίς διακοπή κυβερνούσα πολιτική δύναμη από το ’45 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Στην υπηρεσία της κυβερνώσας Δεξιάς, η σικελική οργάνωση δολοφόνησε δεκάδες συνδικαλιστές της Αριστεράς στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
[16] Παρόλα αυτά, συχνά μαφιόζοι –με πιο διάσημη περίπτωση τον πρώην ηγέτη της Κόζα Νόστρα Τοτό Ριίνα- κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στις δίκες τους αποφαίνονται ότι έπεσαν θύματα της ‘κομμουνιστικής εμπνεύσεως Ιταλικής δικαιοσύνης’ που προκαταλαμβάνεται εναντίον επιχειρηματιών όπως αυτοί.
[17] Όσο για την Ρωσία, η περίπτωση της δολοφονηθείσης δημοσιογράφου Πολιτκόφσκαγια πρόσφατα, δεικνύει την ισχύ της Οργκανιζάτσκαγια (μαφιόζικες ομάδες χωρίς φανερή συνοχή μεταξυ τους, που αριθμούν συνολικά 130000 άνδρες) στην πολιτική ζωή της χώρας.

Βιβλιοκριτική Gomorra

Βιβλιοκριτική

Roberto Saviano – Gomorra
viaggio nell’imperio
economico e nel sogno di dominio della camorra
εκδόσεις Mondadori, Milano 2006

Ρομπέρτο Σαβιάνο- Γκομόρρα
ταξίδι στην οικονομική αυτοκρατορία και στο όνειρο εξουσίας της καμόρρα
Μια πολυεθνική εταιρεία που δεν συζητείται έξω από την επικράτεια εξουσίας της ή κατά Μαρξ έξω από τον χώρο απαλλοτρίωσης πρωτόγονου κεφαλαίου είναι αν μη τι άλλο ένα παράδοξο της ελεύθερης αγοράς. Όταν όμως η εν λόγω επιχείρηση επιβάλλει δια της βίας την σιωπή σε όσους αποπειρώνται να αναλύσουν ή έστω να παρουσιάσουν το επενδυτικό της πρόγραμμα, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε παράδοξο που εγείρει υποψίες. Αν μάλιστα η αναφερθείσα απαλλοτρίωση συνοδεύεται από ρυπές καλάσνικοφ και το πρόγραμμα επενδύσεων από ξέπλυμα χρημάτων, τότε ενδεχομένως αυτό το ύποπτο παράδοξο να είναι και κάτι παραπάνω από μια πετυχημένη επιχειρηματική πολιτική.

Το σπάσιμο της σιωπής που επιβάλλει το Σύστημα -τουτέστιν ο εγκληματικός μηχανισμός που συνοδεύει την επιχειρηματικότητα- δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο Σαβιάνο είναι ένας 27χρονος Ναπολιτάνος από το προάστιο Σεκοντιλιάνο, όπου η ανέχεια, η ανεργία και η ανεπίσημη οικονομία έχουν από δεκαετίες αλλάξει την έννοια της παραβατικότητας: το όριο μεταξύ υποαπασχολούμενου και ‘συνεργάτη’ του Συστήματος συχνά είναι θολό. Και το περιβόητο παράλληλο στην επίσημη οικονομία Σύστημα είναι αυτό που στον υπόλοιπο κόσμο αποκαλούμε ‘μαφία’, λέξη κλισέ, κενή νοήματος για τον συγγραφέα.

Ο Σαβιάνο παραβιάζοντας την ομερτά της camorra [προφέρεται καμούρρα] υπογραμμίζει πρώτα αυτό ακριβώς: ότι η μαφία της Καμπανίας δεν είναι άλλο από μιαν επιχείρηση με πολλαπλές επενδύσεις και αστρονομικά κέρδη, με κοινωνική διείσδυση και πολιτική επιρροή. Μια οικονομική δυναμική που έχει τόσο να κάνει με το όποιο Σεκοντιλιάνο όσο και περισσότερο με την Ισπανία όπου ο ΕΤΑ που αγοράζει όπλα από την Καμόρρα, με το Πεκίνο όπου ρούχα ‘μαϊμού’ παρασκευάζονται κατά παραγγελία της, με το Μιλάνο όπου οίκοι μόδας τα μεταπωλούν, με το Λος Άντζελες όπου μονοπωλεί την κοκαίνη με κέρδος 1000%, με την Σκοτία όπου κατέχει εστιατόρια, με την Τενερίφη όπου διαθέτει όλο τον τριτογενή τομέα, με την Πολωνία όπου οι οικοδομικές της επιχειρήσεις χτίζουν ολόκληρα χωριά- και η λίστα δεν τελειώνει, περνώντας από τα Βαλκάνια και τη χώρα μας.

Ο άθλος του Σαβιάνο δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι ηγέτες της Καμόρρα τον απειλούν για τη ζωή του μετά την έκδοση του βιβλίου. Είναι κυρίως ότι το βιβλίο αποτελεί - σχεδόν χωρίς δευτερογενείς πηγές αλλά μόνο με προσωπική έρευνα πεδίου- τόσο μιαν εγκυκλοπαίδεια της δραστηριότητας της οργάνωσης, όσο και μια συναρπαστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός μυθιστορήματος που λαμβάνει χώρα στην αυλή μας. «Η τέχνη δεν πρέπει ν’αντανακλά σαν τον καθρέφτη/ μα σαν τον φακό να μεγαθύνει» λέει ο Μαγιακόφσκυ. Διότι η απίστευτη βία που με χειρουργική ακρίβεια περιγράφεται στις σελίδες, η σημειολογία και το λεξικό του ναπολιτάνικου καρτέλ, η εκμετάλλευση και ταυτόχρονα συνενοχή μεταναστών, ανέργων, εφήβων από το Σύστημα δεν αποτελεί φαντασιακό τόπο. Είναι μια ευρωπραγματικότητα τόσο όσο και η μαύρη αγορά ναρκωτικών που η οργάνωση ελέγχει παντού στην ήπειρο- όσο και το φόρεμα της Αντζελίνα Τζολί, ραμμένο από εργάτες της οργάνωσης.

Πέρα από την αποκαλυπτική δύναμή του περί της διείσδυσης της Καμόρρα στο άλλο Σύστημα –την ελεύθερη αγορά- το βιβλίο είναι ένα τολμηρό ανάγνωσμα που διαλύει στερεότυπα για τον χαρακτήρα των μαφιών και με την καθαρότητα της γραφής του εμμένει στο μυαλό του αναγνώστη χωρίς εντυπωσιοθηρία αλλά με την πειστικότητα ενός βιωματικού πονήματος. Είναι προφανής όχι μόνο η συνειδητή και πολιτικοποιημένη, συμμετοχικής μορφής διάδραση του συγγραφέα με τα γεγονότα αλλά και η διάθεσή του ακριβώς να τα απομυθοποιήσει, παραστήνοντάς τα στην ωμότητά τους- και αυτή των αριθμών πιο σκληρή ακόμα. Καταφέρνει να καταστήσει φανερή όχι μια τοπική προβληματική απλά, αλλά μια παγκόσμια δύναμη που ξεκινά από φτωχές πόλεις κάπου στη Νότια Ιταλία. Το βιβλίο βρίθει αποκαλύψεων –παρά την εποχή της δημοσιογραφίας του κλισέ, αυτή η λέξη φαίνεται να μην έχει χάσει την έννοιά της. Στο εγχειρίδιο αυτό της μητροπολιτικής επιβίωσης δεν χωρά το ψευδοεξωτικό στοιχείο που μπορεί να ανακαλεί μιαν ανάγνωση με ύφος ανθρωπολογίας παλαιού τύπου. Ο Σαβιάνο δεν είναι ένας ‘ερευνητής’ που με κίνδυνο τη ζωή του έθεσε στη διάθεσή μας μια μαρτυρία και μια κατάθεση της άνομης πλευράς της Ιταλικής οικονιμίας∙ είναι προπάντων στόφα σπουδαίου συγγραφέα με διεισδυτική πολιτική ανάλυση.

Μια ιστορική αναδίφηση στην εξάπλωση των Καλάσνικοφ ανά την υφήλιο, παρατηρήσεις για την θέση της γυναίκας στις εγκληματικές οργανώσεις, παρουσίαση της σημειολογίας που ο μαφιόζος χρήται στον μικρόκοσμό του, μια αποτελεσματική αποδόμηση των κινηματογραφικών στερεοτύπων για το θέμα, ο πόλεμος της ναπολιτάνικης περιφέρειας [3000 νεκροί σε είκοσι χρόνια], οι τόνοι του μπετόν και η αντιπαροχή∙ επάλληλες, ομόκεντρες μικροϊστορίες που ο συγγραφέας δεν επινοεί, μα απλώς αποδίδει στο πραγματικό τους μέγεθος. «Το να ζεις στην γη της καμόρρα σου εξασφαλίζει την εμπειρία της καπιταλιστικής απαλλοτρίωσης, σε θέτει ενώπιον της βίας που γεννά το κεφάλαιο, ενώπιον του κεφαλαίου που γεννά βία», είπε ο Σαβιάνο σε πρόσφατη συνέντευξη στο arcoiris.tv. Μέσω του «Γόμορρα» παίρνουμε μιαν ιδέα αυτής της αλήθειας.


Θοδωρής Ρακόπουλος
Μεσσίνα, Ιταλία